Μια Βαβυλώνα τέχνης θορυβώδους έκστασης, ορίζει το μέλλον της κατάρας μου στο παγωμένο μήλο του λυκόφωτος— φέρνει ισάξιες πλεύσεις μακρόπνοων λυγμών και τεθλιμμένων ζωντοχήρων, κοπάζει τη σιδηρούν προπέλα των πλατάνων και διατηρητέους κρατάει στη μνήμη μου τους συγχρονισμούς μου με το βα-βα των κροάκων.
Κλαίει ο Δίας για την άρνηση της Ήρας να επιστρέψει κοντά του, στο φθαρτό των Ολύμπιων Θεών. Την Ιδέα του Έρωτα γι’ αυτόν κρατάει, με πληρότητα βαθιά, στα σωθικά της.
Έγινε το σπίτι πύργος·
Καταφύγιο.
Πήρα και το στρώμα της γιόγκας —
Φούξια, να μην μπερδεύω τα συναισθήματα.
Σύντομα δεν θα χρειαστεί καν να βγω·
Ανάποδες ασκήσεις αγοραφοβίας.
Έχω δικαιολογία: «ξέχασα».
Πιάνω δουλειά.
Τι καλά! Άνθρωποι με χρησιμότητα.
Για τα σφιχτά χαμόγελα.
Η απόφαση έχει από καιρό κριθεί
Ένα χελιδόνι συμφώνησε το σπουργίτι να παραμείνει ο κριτής
Κι όμως η φύση δεν προσβάλλει το θάνατο
Δεν δύναται, δεν υφίσταται η εξορία
για αυτόν που δεν τον κυβερνάει η ενοχή
Earth loves the colors of Rayleigh
Its scattering traps the dreams
Chases the gaze of Blue
In Purple Kingdoms
Unites the Absurd
and falls into a theatre of lies
I saw a spider,
for the first time
not to warn me,
for what she always tastes.
Weird.
Vision was her colors,
And I am still wondering
What kindness will remain!